διαΝΕΟσις: Έρευνα και Καινοτομία οι νέοι πυλώνες της ανάπτυξης

Του Στέλιου Μορφίδη

Το «σύστημα καινοτομίας» στην Ελλάδα υπολείπεται του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο η χώρα διαθέτει ορισμένα πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην αναβάθμιση του «συστήματος καινοτομίας», σύμφωνα με την νέα έρευνα που εκπόνησε η διαΝΕΟσις μαζί με ερευνητές του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών DIW Berlin.

Μάλιστα η έρευνα, πέραν των συστάσεων που κάνει ώστε να δοθεί ώθηση στην καινοτομία, καταγράφει και τους κλάδους που μπορούν να παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο και να εκμεταλλευθούν τη θέση τους.

Ειδικότερα, όπως σημειώνεται στην έρευνα, οι κλάδοι της οικονομίας που βασίζονται στην καινοτομία δημιουργούν εξαγώγιμα προϊόντα και υπηρεσίες καθώς και πολλές καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Ωστόσο, οι κλάδοι αυτοί στην Ελλάδα υπολειτουργούν διαχρονικά.

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την έρευνα:

- Στις αξιολογήσεις καινοτομίας οι επιδόσεις της Ελλάδας βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε.

- Οι δημόσιες και πολύ περισσότερο οι ιδιωτικές επενδύσεις σε Ε&Α είναι πολύ χαμηλές.

- Δεν υπάρχει ικανοποιητικός αριθμός οργανωμένων δικτύων συνεργασίας ανάμεσα στη βασική έρευνα, στην εφαρμοσμένη έρευνα και στις επιχειρήσεις.

- Ο χρηματοπιστωτικός τομέας δεν παρέχει επαρκή επιχειρηματικά κεφάλαια για νεοφυείς εταιρείες και δάνεια για καθιερωμένες εταιρείες.

- Το ρυθμιστικό πλαίσιο και το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον δεν υποστηρίζουν και συχνά παρεμποδίζουν την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα.

Σύμφωνα με την έρευνα, στο διάστημα 2006-2013, για παράδειγμα, μόνο το 18% των εξαγωγών ελληνικών προϊόντων αφορούσαν σε προϊόντα μέσης και υψηλής τεχνολογίας. Το αντίστοιχο ποσοστό για άλλες ευρωπαϊκές χώρες ήταν 30% για τη Λετονία και 49% για την Πολωνία. Επίσης, το ποσοστό των δραστηριοτήτων υψηλής και μέσης/υψηλής τεχνολογικής έντασης στον κλάδο της μεταποίησης στην Ελλάδα αντιπροσωπεύει μόλις το 17% του συνόλου, τη στιγμή που στην Ε.Ε. το μέσο ποσοστό είναι 46,5%.

Ανάμεσα σε 35 χώρες που αξιολόγησε το DIW Berlin, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 29η θέση. Είναι ένας βαθμός πάρα πολύ χαμηλός και μια θέση εξαιρετικά αρνητική, η οποία, μάλιστα, δεν έχει αλλάξει και πολύ τα τελευταία 15 χρόνια (στις έξι αξιολογήσεις που έγιναν από το 2000 μέχρι το 2015, η Ελλάδα κατατάσσεται πάντα μεταξύ 28ης και 30ης θέσης).

Και άλλες αξιολογήσεις της καινοτομίας στην Ελλάδα καταλήγουν σε παρόμοια συμπεράσματα. Ο "European Innovation Scoreboard", που αξιολογεί την απόδοση των χωρών-μελών της Ε.Ε. καθώς και άλλων, κατατάσσει την Ελλάδα μαζί με χώρες όπως η Κροατία, η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Πορτογαλία, κάτω από το μέσο όρο της Ε.Ε. Για το 2014, μάλιστα, οι επιδόσεις της χώρας έπεσαν στο 66% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Ο δε Παγκόσμιος Δείκτης Καινοτομίας, που εξετάζει 79 δείκτες σε 141 χώρες, τοποθετεί την Ελλάδα στην 45η θέση παγκοσμίως, και πάλι κάτω από το μέσο όρο της Ε.Ε.

Εκπαίδευση και R&D

Η Ελλάδα όμως δεν έχει καλές επιδόσεις και σε επιμέρους δείκτες που αφορούν την καινοτομία. Ειδικότερα, σε ότι αφορά την ικανότητα του εκπαιδευτικού συστήματος να ανταποκριθεί στις ανάγκες μιας ανταγωνιστικής οικονομίας, η Ελλάδα έρχεται τελευταία από όλες τις εξεταζόμενες χώρες. Η Ελλάδα επενδύει μόλις το 0,84% του ΑΕΠ της στην έρευνα (2014), ποσοστό γενικά χαμηλό, και σαφώς χαμηλότερο από των εξελιγμένων οικονομιών που επενδύουν ως και 3% των (κατά κανόνα πολύ μεγαλύτερων) ΑΕΠ τους. Η Ελλάδα μάλιστα είναι τελευταία από όλες τις εξεταζόμενες χώρες σε ιδιωτικές επενδύσεις στην έρευνα (μόλις 0,28% του ΑΕΠ), ενώ η έρευνα που διεξάγεται στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα περιορίζεται κυρίως στη βασική και όχι στην εφαρμοσμένη έρευνα.

Σύμφωνα με την έρευνα οι πολιτικές πρωτοβουλίες πρέπει να εστιάσουν τόσο στις δημόσιες όσο και στις ιδιωτικές επενδύσεις. Χρειάζεται να αναπτυχθεί μακροπρόθεσμη στρατηγική για την αύξηση των επενδύσεων στην Ε&Α σε συνολικό ποσοστό 3% του ΑΕΠ για τα επόμενα έτη.

Χρηματοδότηση

Επιπλέον, η πρόσβαση σε δάνεια και η διαθεσιμότητα επιχειρηματικών κεφαλαίων είναι επίσης πολύ περιορισμένη - η Ελλάδα είναι τελευταία στη λίστα και σ' αυτόν τον τομέα, ενώ έρχεται στις τελευταίες θέσεις και σε όλους τους δείκτες που έχουν σχέση με τα θεσμικά προβλήματα (δείκτης Παγκόσμιας Τράπεζας για την ευκολία του επιχειρείν, δείκτης διαφθοράς, ποιότητα διακυβέρνησης).

Τα πλεονεκτήματα

Ωστόσο, παρά τις αδυναμίες αυτές, στην έρευνα σημειώνεται ότι η Ελλάδα διαθέτει ορισμένα πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην αναβάθμιση της ποιότητας του συστήματος καινοτομίας» της όπως:

- Αξιοσημείωτο επιστημονικό δυναμικό.

- Υψηλού επιπέδου ερευνητικούς οργανισμούς.

- Το 9% των ελληνικών επιστημονικών δημοσιεύσεων κατατάσσεται μεταξύ αυτών με τις περισσότερες αναφορές παγκοσμίως.

- Έναν μικρό αριθμό επιχειρήσεων μέσης και υψηλής τεχνολογίας.

- Μια υψηλού επιπέδου διασπορά.

- Ελκυστικό κλίμα και υψηλό βιοτικό επίπεδο.

Τι πρέπει να γίνει

Η έρευνα, καταλήγοντας, προτείνει λύσεις με παρεμβάσεις σε συγκεκριμένους τομείς για την αναβάθμιση του ελληνικού συστήματος καινοτομίας όπως:

1. Δημιουργία φιλικού επιχειρηματικού κλίματος

2. Μεταρρύθμιση του συστήματος Έρευνας και Ανάπτυξης (Ε&Α)

3. Εκσυγχρονισμός του εκπαιδευτικού συστήματος

4. Βελτίωση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση

5. Ανάπτυξη συνεργατικών σχηματισμών

Στροφή του παραγωγικού μοντέλου

Απαραίτητη προϋπόθεση για τα παραπάνω, σύμφωνα με τη διαΝΕΟσις, είναι η δημιουργία ενός κατάλληλου πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος και η στροφή του παραγωγικού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας από τον αποτυχημένο εσωστρεφή χαρακτήρα που έχει έως σήμερα σε ένα εξωστρεφές και καινοτόμο πρότυπο.

Όπως σημειώνει εξάλλου πολλές μελέτες και διάφοροι οργανισμοί προτείνουν πολιτικές σχετικές με τους τρόπους που το ελληνικό κράτος θα μπορούσε να βελτιώσει το υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο. Σημαντικά στοιχεία που βοηθούν σε αυτήν την κατεύθυνση είναι η δημιουργία ενός φιλικού προς την αγορά ρυθμιστικού υπόβαθρου, η μακροοικονομική σταθερότητα, οι αξιόπιστες οικονομικές και δημοσιονομικές πολιτικές, μια σταθερή και σαφής φορολογική πολιτική, η απλοποίηση και κωδικοποίηση της νομοθεσίας, ένα ρυθμιστικό πλαίσιο για την έξοδο των επιχειρήσεων από την αγορά, καθώς και βελτιώσεις στον τομέα των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επιπλέον, το ελληνικό κράτος θα πρέπει να εστιάσει στην ανάπτυξη της εφαρμοσμένης έρευνας και, πιο συγκεκριμένα, στην ίδρυση περισσότερων ιδρυμάτων μεταγραφικής και εφαρμοσμένης έρευνας, καθώς και στην παροχή ευκαιριών τόσο στις νεοφυείς όσο και στις υφιστάμενες επιχειρήσεις, ώστε να συνεργάζονται στενά με τα εν λόγω ιδρύματα. Οι φορείς χάραξης πολιτικής θα πρέπει επίσης να αναπτύξουν οικονομικά εργαλεία και ναπροσφέρουν ένα καλύτερο ρυθμιστικό περιβάλλον, ώστε αφενός να προσελκύσουν κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν ερευνητές και ιδρύματα και αφετέρου να διαθέσουν επιχειρηματικά κεφάλαια και επιχορηγήσεις σε νεοφυείς και καινοτόμες επιχειρήσεις. Όσον αφορά δε την πρακτική εκπαίδευση, κρίνεται αναγκαία η μεταρρύθμιση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.

Οι στόχοι της ελληνικής πολιτικής για την καινοτομία, θα μπορούσαν να επιταχυνθούν περαιτέρω με τον σχεδιασμό στοχευμένων πολιτικών αξιοποίησης των Ελλήνων της διασποράς που έχουν αναπτύξει καινοτόμα προγράμματα. Αυτές οι πολιτικές θα πρέπει να περιλαμβάνουν επιμέρους δράσεις για την αγορά εργασίας και την στρατολόγηση ταλαντούχων ατόμων του εξωτερικού, καθώς και πρωτοβουλίες με στόχο τη διεύρυνση της αλληλεπίδρασης και συνεργασίας μεταξύ των Ελλήνων που μεταναστεύουν στο εξωτερικό και όσων παραμένουν στη χώρα.

Κλάδοι με Δυνατότητες Ανάπτυξης

Όπως σημειώνεται στην έκθεση της διαΝΕΟσις και παλαιότερες μελέτες, λαμβάνοντας υπόψη την υπάρχουσα διάρθρωση της οικονομίας, ανέδειξαν ορισμένους βιομηχανικούς κλάδους ως κλάδους με μεγάλες δυνατότητες που θα μπορούσαν να συμβάλουν θετικά στην οικονομική ανάπτυξη.

Ο τομέας της εφοδιαστικής και ειδικότερα ο κλάδος της εμπορικής ναυτιλίας στήριζε πάντα την ανάπτυξη. Μελέτη που διενεργήθηκε από τη Boston Consulting Group (2013), υπολόγιζε ότι η ελληνική ναυτιλιακή βιομηχανία συνεισέφερε κατά 6 % (13,4 δις ευρώ) στο ΑΕΠ για το 2010 και απασχολούσε πάνω από 165.000 ανθρώπους. Επιπλέον, οι Έλληνες ιδιοκτήτες πλοίων στηρίζουν την οικονομία επενδύοντας και σε άλλους τομείς, όπως η ενέργεια, οι μεταφορές και ο τουρισμός. Σύμφωνα με έρευνα της McKinsey (2012), στην Ελλάδα υπάρχει η δυνατότητα δημιουργίας ενός κόμβου φορτοεκφόρτωσης και διαχείρισης της διακίνησης εμπορευμάτων, δεδομένου ότι τα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης βρίσκονται σε στρατηγική θέση σε μια από τις τρεις μεγαλύτερες παγκοσμίως διερχόμενες διηπειρωτικές εμπορικές οδούς. Επενδύσεις σε υποδομές και δυνατότητες περαιτέρω εξοικονόμησης κόστους υπολογίζεται ότι προσθέτουν 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ στην ετήσια ΑΠΑ, ενώ θα μπορούσαν να προσφέρουν κατ’ ελάχιστον 9.000 νέες θέσεις εργασίας σε ορίζοντα δεκαετίας.Η επιτυχής δε ολοκλήρωση της αποκρατικοποίησης του λιμανιού του Πειραιά θα συμβάλει στην κινητοποίηση πολύ αναγκαίων επενδύσεων.

Ο τομέας των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνίας (ΤΠΕ) αποτελεί έναν ακόμη βιομηχανικό κλάδο που μπορεί να συμβάλει ενεργά στην ανάπτυξη. Παρ’ ότι ο κλάδος δεν παρουσιάζει σήμερα ιδιαίτερες ενδείξεις ανάπτυξης, επενδύσεις στην προώθηση της υιοθέτησης ΤΠΕ και της ψηφιακής ανάπτυξης μπορούν να έχουν θετικό αντίκτυπο στην ελληνική οικονομία. Δυνητικά οι ΤΠΕ μπορούν να ενισχύσουν τις ελληνικές εξαγωγές με την παροχή αναγκαίων λύσεων πληροφορικής για την ψηφιοποίηση βιομηχανικών κλάδων σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες, διαδικασία που, για παράδειγμα, στη Γερμανία ονομάστηκε “Industrie 4.0”. Σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών - ΙΟΒΕ (2014), η ψηφιοποίηση της ελληνική δημόσιας διοίκησης αναμένεται να περικόψει δαπάνες ύψους περίπου 380 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, η υιοθέτηση ΤΠΕ από τις ΜμΕ αυξάνει τις πιθανότητές τους για καινοτομία κατά περίπου 4-9 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ ταυτόχρονα διευκολύνει τη διεθνοποίησή τους.

Οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες γενόσημων φαρμάκων διαθέτουν υψηλή εξαγωγική και αναπτυξιακή δυναμική: υψηλά εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, εδραιωμένη Ε&Α, ενώ οι πρόσφατες αλλαγές πολιτικής έκαναν την αγορά ακόμα πιο ανταγωνιστική. Όμως, το 2012 τα γενόσημα αντιστοιχούσαν μόλις στο 18% του συνολικού όγκου φαρμακευτικών προϊόντων στην Ελλάδα (McKinsey, 2012). Οι εγχώριοι παραγωγοί θα μπορούσαν να επωφεληθούν από μια διαφημιστική εκστρατεία για την προώθηση της ευρύτερης χρήσης γενόσημων φαρμάκων.

Επιπλέον, οι κατασκευαστές γενόσημων φαρμάκων μπορούν να εκμεταλλευτούν την υψηλή εξαγωγική δυνατότητα της χώρας, καθώς η αγορά είναι σχετικά ανοιχτή και υπάρχουν ευκαιρίες για εξαγωγική δραστηριότητα των επιχειρήσεων. Στενά συνδεδεμένη με την αναπτυσσόμενη αγορά γενόσημων φαρμακευτικών προϊόντων είναι και η δυνατότητα προώθησης του ιατρικού τουρισμού στη χώρα. Επενδύσεις στις υποδομές και στη δημιουργία καλής φήμης της χώρας ως ποιοτικού προορισμού, θα έδιναν τη δυνατότητα επέκτασης της τουριστικής περιόδου και θα απέφεραν επιπλέον 450 εκατομμύρια ευρώ σε ετήσια ΑΠΑ (McKinsey, 2012). Ως προς αυτό η ήδη μεγάλη εμπειρία της χώρας στην τουριστική βιομηχανία παρέχει ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Περισσότεροι βιομηχανικοί κλάδοι που θα μπορούσαν, λοιπόν, να βοηθήσουν στην ανάπτυξη είναι η ενέργεια, ο καινοτόμος τουρισμός και ο αγροδιατροφικός τομέας, όπως επίσης οι υπηρεσίες υγείας, συμπεριλαμβανομένης της μακροχρόνιας περίθαλψης και φροντίδας ηλικιωμένων.

Ωστόσο, πέρα από τους τομείς που έχουν ήδη προσδιοριστεί σε παλαιότερες μελέτες, η Ελλάδα χρειάζεται να διευρύνει τη βάση του συγκριτικού της πλεονεκτήματος. Από αυτή την άποψη, μια νέα αναπτυσσόμενη πολιτική καινοτομίας θα ωθούσε στην ποιοτική αναβάθμιση του υφιστάμενου μείγματος βιομηχανικών προϊόντων της Ελλάδας. Για τον σκοπό αυτό, η Ελλάδα χρειάζεται να αναδιαμορφώσει και να προωθήσει μια ολοκληρωμένη πολιτική Ε&Α για την βέλτιστη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της.

Πώς πρέπει να αλλάξει πολιτική του Ε&A

Στο καίριο, για τη διαΝΕΟσις, ζήτημα της αλλαγής πολιτικής του E&A, η έρευνα προτείνει την ενίσχυση των υποδομών μέσω μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για τη δημιουργία ιδρυμάτων, σύμφωνα με την οποία, δίπλα στον μικρό αριθμό των υφιστάμενων ιδρυμάτων υψηλών επιδόσεων, νέοι ερευνητικοί φορείς θα πρέπει να δημιουργηθούν για τη διεξαγωγή βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας υψηλής ποιοτικής στάθμης. Όπως σημειώνει, ο στόχος της αύξησης στο 3% του ΑΕΠ των δημοσίων και ιδιωτικών δαπανών σε επενδύσεις για Ε&Α, θα πρέπει να εστιάζει στη διεύρυνση της ερευνητικής ικανότητας δίνοντας έμφαση στη διασφάλιση της υψηλής ποιότητας σε εκείνους τους τομείς όπου η ελληνική έρευνα ήδη επιδεικνύει κάποια εξειδίκευση.

Επιπρόσθετα σημαντικά βήματα για την διεύρυνση και βελτίωση των ελληνικών δραστηριοτήτων Ε&Α περιλαμβάνουν:

• Άνοιγμα τεσσάρων νέων ιδρυμάτων εφαρμοσμένης έρευνας (παρόμοιων με το παράδειγμα των ιδρυμάτων Fraunhofer στη Γερμανία) δίπλα στα ιδρύματα βασικής έρευνας στην Αθήνα (Δημόκριτος), στην Κρήτη (ΙΤΕ),στη Θεσσαλονίκη (ΕΚΕΤΑ) και στην Πάτρα (Επιστημονικό Πάρκο), με ειδική έμφαση στα ερευνητικά πεδία που καλύπτονται από τα εν λόγω ιδρύματα (μεταξύ αυτών, ένα ίδρυμα που εστιάζει στις ΤΠΕ).

Τα νέα ιδρύματα θα μπορούσαν να οργανώνονται σύμφωνα με τις ακόλουθες κατευθύνσεις:

- Χρηματοδότηση: χρήση κεφαλαίων από το Πρόγραμμα Horizon 2020 «teaming for excellence» και των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ. Η Ελλάδα χρειάζεται να υποβάλει αίτηση ώστε να είναι υποψήφια για το πρόγραμμα «teaming for excellence», κάτι που οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν έχουν πράξει ακόμη. Επιπλέον, τα χρηματοοικονομικά εργαλεία του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων (ΕΤΕ) και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) που επί του παρόντος χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Τεχνολογίας (ΕΛΙΔΕΚ) θα πρέπει να εκμεταλλευτούν περαιτέρω κατά τον σχεδιασμό μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής που θα στοχεύει στην αύξηση των επενδύσεων σε Ε&Α στην Ελλάδα.

- Οργάνωση των νέων ιδρυμάτων σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, υπό την έννοια ότι ανεξάρτητες επιτροπές αποτελούμενες από κορυφαίους επιστήμονες θα αποφασίζουν την στελέχωση των ηγετικών θέσεων στα ιδρύματα.

- Ανάπτυξη κοιτίδων καινοτομίας στις τοποθεσίες που υπάρχουν ήδη νεοφυείς επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας, ώστε να διευκολυνθούν οι συνεργασίες και να προαχθεί η έρευνα. Σύσταση διοικητικού συμβουλίου για την εύρεση της τοποθεσίας (για παράδειγμα, όπως η WISTA Management GmbH21 στην Πόλη των Επιστημών Berlin-Adlershof) που θα διασφαλίζει ότι το βέλτιστο μείγμα νεοφυών επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας και νέων επιχειρήσεων θα βρίσκεται γύρω από τα ερευνητικά ιδρύματα.

- Το κανονιστικό πλαίσιο πρέπει να εξετασθεί σε σχέση με τον βαθμό που επιτρέπεται η εγκατάσταση ιδιωτικών επιχειρήσεων στις εγκαταστάσεις του Δημόκριτου, του ΙΤΕ και του ΕΚΕΤΑ.

• Εφόσον καθοριστούν περισσότερα ερευνητικά ιδρύματα, η μακροπρόθεσμη στρατηγική για την καινοτομία υπαγορεύει την ανάγκη επιπλέον ενίσχυσης των συνεργατικών σχηματισμών. Οι συνεργατικοί σχηματισμοί σε άλλες χώρες αποτελούνται συνήθως από δώδεκα ερευνητικά ιδρύματα, τα οποία συνεργάζονται στενά με πανεπιστήμια στα οποία διεξάγεται υψηλής ποιοτικής στάθμης έρευνα, καθώς και με τις τοπικές νεοφυείς επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας και με υφιστάμενες καινοτόμες επιχειρήσεις.

• Ποιοτική πρωτοβουλία: Στα προαναφερθέντα τρία ελληνικά ερευνητικά ιδρύματα υπάρχει ένα μικρό ποσοστό ερευνητών που διεξάγει ερευνητικό έργο πολύ υψηλής ποιότητας. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να στοχεύσουν στην αύξηση αυτού του ποσοστού. Για τον σκοπό αυτό, τα πρόσωπα-κλειδιά στην Ελλάδα οφείλουν - επιπροσθέτως του νεοεισαχθέντος ΕΛΙΔΕΚ - να δώσουν κίνητρα στους Έλληνες ερευνητές να παραμείνουν στην πατρίδα τους, καθώς και να προσελκύσουν άλλους ερευνητές να έρθουν στην Ελλάδα. Ως εκ τούτου, οι συνθήκες εργασίας και έρευνας πρέπει να σχεδιαστούν κατάλληλα, ώστε να σταματήσει η διαρροή επιστημονικού δυναμικού. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να υπάρχουν:

- ανεξάρτητη έρευνα με στόχο τη μεγιστοποίηση του παραγόμενου ερευνητικού έργου υψηλής ποιοτικής στάθμης,

- ανταγωνιστικές αμοιβές αντίστοιχες παρεμφερών ιδρυμάτων στην Ευρώπη, και

- χαμηλή φορολόγηση για την έναρξη ερευνητικής δραστηριότητας στην Ελλάδα.

• Εφαρμογή ενός εξωτερικού συστήματος αξιολόγησης: Πέρα από τη διεύρυνση των ερευνητικών υποδομών, η αναδιάρθρωση του δημοσίου συστήματος έρευνας με τη χρήση ενός συστήματος αξιολόγησης [π.χ. παρόμοιου με το σύστημα που έχουν θεσπίσει διεθνώς κορυφαία πανεπιστήμια όπως το Stanford University ή με το σύστημα αξιολόγησης της Εταιρείας Max Planck για την Προαγωγή της Επιστήμης (German Max Planck Society)22] που βασίζεται στη μέτρηση της απόδοσης αναφορικά με διεθνώς αναγνωρισμένες δημοσιεύσεις και ευρεσιτεχνίες, θα επιτρέψει την αναδιανομή πόρων και ερευνητών από μη αποδοτικές σε πιο παραγωγικές δραστηριότητες. Πολύ συχνά στο παρελθόν, δημόσια κεφάλαια διανεμήθηκαν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη κριτήρια αποδοτικότητας.

• Βελτίωση της αυτονομίας των ερευνητών, ιδιαιτέρως των νέων ερευνητών: η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να αυξήσει την αυτονομία των ερευνητών και την ανεξαρτησία της επιστήμης από την πολιτική, για παράδειγμα με τη βοήθεια ανεξαρτήτων επιτροπών, καθώς και με τη θέσπιση αντικειμενικών, εξωτερικών κριτηρίων αξιολόγησης. Επιπλέον, οι νέοι και άριστοι ερευνητές πρέπει να γίνουν κύριοι ερευνητές κερδίζοντας την ανεξαρτησία τους σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά από την απόκτηση του διδακτορικού τους μέσω της θέσπισης θέσεων εργασίας διδακτικού έργου (tenure-track professorships). Κάτι τέτοιο μπορεί να υποστηριχθεί από τη διεύρυνση των δράσεων του ευρωπαϊκού προγράμματος Marie Skłodowska-Curie και των εδρών του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας (ERA) της ΕΕ.

Keywords
Τυχαία Θέματα
iNews > Οικονομία > New Money
Μεγάλη, ΝΕΟσις, Πώς, Έρευνα, Καινοτομία,megali, neosis, pos, erevna, kainotomia