Οι «σκουπιδιάρηδες», η κοινωνική εργασία, το χαμηλό κύρος

Αρθρογράφος: Θανάσης Αλεξίου*

Σε μεγάλο βαθμό οι επίσημες στατιστικές ταξινομήσεις προσεγγίζουν τις επαγγελματικές και εργασιακές ομάδες (τεχνικός καταμερισμός εργασίας) ως οιονεί κοινωνικές τάξεις. Ένα από τα κριτήρια ταξινόμησης είναι, εκτός από την ειδίκευση και το περιεχόμενο της εργασίας (αυτόνομη/εκτελεστική), το κύρος της επαγγελματικής ή, της κοινωνικής θέσης. Έτσι προκύπτει μια κοινωνική διαστρωμάτωση κύρους, αναγνώρισης και ειδίκευσης που επικαλύπτει όμως τις θέσεις των ατόμων στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας (σχέσεις

και θέσεις στο σύστημα παραγωγής). Για λόγους που δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στην κοινωνική χρησιμότητα μιας εργασίας και ενός επαγγέλματος έχουμε, σύμφωνα με το κυρίαρχο σύστημα αξιών, δουλειές και επαγγέλματα υψηλού και χαμηλού κύρους. Η δουλειά ενός γιατρού, ενός καθηγητή, ενός στρατιωτικού κ.ο.κ., λόγου χάρη, απολαμβάνει υψηλό κύρος ενώ η δουλειά ενός εργάτη καθαριότητας, μιας καθαρίστριας, χαμηλό κύρος.

Με αφορμή την απεργία των εργατών καθαριότητας τίθενται ξανά κάποια ερωτήματα για το περιεχόμενο της εργασίας, τις αμοιβές, την χρησιμότητα, το κύρος κάποιων εργασιών. Αν κάποια κοινωνικά στρώματα εκμεταλλευόμενα την αγοραία τους θέση, δηλαδή τις ειδικές εργασιακές δεξιότητες, ας πούμε οι ελεύθεροι επαγγελματίες (γιατροί, δικηγόροι, ομάδες στελεχών παραγωγής κ.α.), είναι σε θέση να αποσπούν υψηλότερες αμοιβές από όσο χρειάζονται για τη βιολογική και κοινωνική τους αναπαραγωγή (ελεύθερα επαγγέλματα κ.λπ.), κάποια άλλα κοινωνικά στρώματα των οποίων η εργασία είναι ανειδίκευτη, εκτελεστική και χαμηλού κύρους, όπως οι εργάτες καθαριότητας, ζουν στην επισφάλεια και στην αβεβαιότητα. Να υπενθυμίσουμε ότι οι εργάτες στην συλλογή σκουπιδιών απεργούν με αίτημα την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας σε αορίστου χρόνου.

Βεβαίως το διαφορετικό κύρος δεν λέει τίποτε για το πόσο κοινωνικά αναγκαία είναι μια εργασία. Μάλιστα αυτές τις ημέρες της απεργίας των εργατών καθαριότητας, με τα σκουπίδια να γεμίζουν τους δρόμους των αστικών κέντρων και να αποσυντίθενται λόγω της ζέστης και του καύσωνα, φαίνεται πόσο σημαντική και κοινωνικά αναγκαία είναι η εργασία αυτών των ομάδων εργαζομένων για τη δημόσια υγεία έστω και αν αυτή αξιολογείται με χαμηλό κύρος. Η σύγκριση αυτή, όσον αφορά στο διαφορετικό κύρος που αποδίδεται από την κοινωνία σε εργασιακές και επαγγελματικές ομάδες, καταδεικνύει πως το κύρος κατανέμεται αυθαίρετα χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κοινωνική χρησιμότητα μιας εργασίας. Επομένως το κύρος μια θέσης (εργασιακής, επαγγελματικής, κοινωνικής) δεν είναι κάτι το αντικειμενικό αλλά έχει να κάνει με ιδεολογικούς παράγοντες και πρωτίστως με την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων. Aυτό καταδεικνύεται αν εξετάσουμε το κύρος και την κοινωνική αναγνώριση που απολαμβάνουν με βάση τον ειδικό τους ρόλο επαγγελματικές ομάδες, όπως είναι οι επαγγελματίες υγείας και πρωτίστως οι γιατροί, τα νομικά επαγγέλματα, ή τα στελέχη παραγωγής με εποπτική λειτουργία στην εργασιακή διαδικασία.

Όσο σημαντική είναι, λόγου χάρη η συμβολή των επαγγελματιών της δικαιοσύνης (δικηγόρων, δικαστικών κ.λπ.) που στελεχώνουν θεσμούς τους εποικοδομήματος (νομικό-δικαστικό σύστημα), -καταστέλλοντας επίσης αστικά και κοινωνικά δικαιώματα (απεργίες, καταδίκες για πολιτικούς λόγους κ.λπ.)- στην αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων, άλλο τόσο σημαντική είναι η συμβολή της ιατρικής ως θεσμού ελέγχου και προσδιορισμού του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης (βλ. ταμεία υγείας και κοινωνικής ασφάλισης). Εξάλλου το ιατρικό επάγγελμα αναβαθμίστηκε θεσμικά όταν αναβαθμίστηκε, εξαιτίας της εμπέδωσης δομών μισθωτής εργασίας (τέλη του 19ου αιώνα), η εργασία και η αξία του σώματος (φορέα της εργατικής δύναμης) που στις καπιταλιστικές κοινωνίες παράγει (υπερ)αξία. Προφανές είναι επίσης ότι τα στελέχη παραγωγής που επιτελούν εποπτικές λειτουργίες του κεφαλαίου θα χαίρουν «γενικής εκτίμησης» και θα αμείβονται ανάλογα. Να υπενθυμίσουμε επίσης πως ανάλογα με την ιδιαίτερη συμβολή κάποιων επαγγελματικών κοινωνικών ομάδων στην κοινωνική και ιδεολογική αναπαραγωγή διαμορφώνονται τα ειδικά μισθολόγια στο δημόσιο (δικαστικοί, πανεπιστημιακοί, στρατιωτικοί, αστυνομικοί κ.ά.) που διαφέρουν όμως από το ενιαίο μισθολόγιο των υπολοίπων δημοσίων υπαλλήλων. Παρόλο που ένα μεγάλο μέρος των ελευθέρων επαγγελματιών έχει εκπέσει κοινωνικά και ζει, εκμισθώνοντας την εργασία του σε νομικές εταιρείες, σε ιδιωτικές κλινικές και κατασκευαστικές εταιρείες, -δεν θα ήταν υπερβολή να μιλήσει κανείς για προλεταριοποίηση- εν τούτοις η εργασία του αξιολογείται ακόμη, τουλάχιστον στην ελληνική κοινωνία κ.α., ως εργασία υψηλού κύρους.

Επομένως το κύρος μιας επαγγελματικής ή κοινωνικής θέσης είναι σε μεγάλο βαθμό ‘‘δοτό’’. Το κύρος που διέπει λόγου χάρη μια θέση εξαρτάται από το πόσο σημαντική είναι αυτή σε ένα συγκεκριμένο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης. Αν, εφόσον πρόκειται για τις κοινωνίες μας, αυτή παράγει αξίες χρήσης, ικανοποιώντας κοινωνικές ανάγκες, ή ανταλλακτικές αξίες (εμπορεύματα). Kαθόλου συμπτωματικό λοιπόν αν στον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας οι ελεγκτικές και διευθυντικές εργασίες τυγχάνουν μεγαλύτερης κοινωνικής αναγνώρισης (συμβολικής και υλικής). Μάλιστα σε μια κοινωνία που αυτοπροσδιορίζεται αλαζονικά ως «κοινωνία της γνώσης» είναι αυτονόητο πως οι μη διανοητικές εργασίας, δηλαδή οι χειρωνακτικές και οι εκτελεστικές, όπως αυτές των «σκουπιδιάρηδων», θα απαξιώνονται κοινωνικά, για να υποαμείβονται. Ωστόσο για την κοινωνία που πρέπει να διατηρηθεί και να αναπαραχθεί ως ολότητα, όλα τα επαγγέλματα και όλες οι εργασίες είναι, ως κοινωνική εργασία, αναγκαίες, επομένως αντικειμενικά δεν τίθεται ζήτημα μειωμένου ή, αυξημένου κύρους για μια εργασία ή για μια ομάδα επαγγελμάτων. Πόσο μάλλον όταν οι εργασίες χαμηλού κύρους, όπως αυτή των εργατών καθαριότητας, των «σκουπιδιάρηδων», επιβαρύνονται περισσότερο, εξαιτίας των ανθυγιεινών συνθηκών εργασίας (φυματίωση, ηπατίτιδα κ.λπ.), ενώ διακρίνονται επίσης, όπως έχει δείξει ο επιδημιολόγος M. Marmot κ.ά., για τα μεγαλύτερα ποσοστά θνησιμότητας σε σύγκριση με εργαζόμενους των οποίων η θέση διαθέτει ιδιαίτερα υψηλό κύρος και αναγνώριση.

Με αυτή την έννοια η κοινωνία θα όφειλε με επιμέρους αμοιβές και πρόσθετο κύρος να αντισταθμίζει αυτές τις επιπτώσεις. Βεβαίως οι διαπιστώσεις αυτές βγάζουν νόημα εφόσον συσχετιστούν με το περιεχόμενο της εργασίας (υποβαθμισμένη, αποειδικευμένη), τη μορφή της εργασίας (εκτελεστική και μονότονη) αλλά και τις χαμηλές αμοιβές. Εφόσον συσχετιστούν δηλαδή με το γεγονός ότι η εργασία ως η κατ’ εξοχή ανθρώπινη κατάσταση που παράγει τον κοινωνικό πλούτο αλλά και κοινωνία (υποκειμενικότητες) αδειάζει, όπως γίνεται στη μισθωτή εργασία, από κρίσιμες δημιουργικές και ποιητικές δεξιότητες, προσβάλλοντας τον ίδιο τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης (αλλοτρίωση, έκπτωση κ.λπ.).

Κατά κάποιο τρόπο η απεργία των εργατών καθαριότητας, των «σκουπιδιάρηδων», θέτει τόσο το ζήτημα του δικαιώματος στην εργασία, όσο και το ζήτημα της κοινωνικής χρησιμότητας μιας εργασίας, ως κοινωνικής εργασίας (από την πλευρά του «συλλογικού εργαζόμενου»), και με αυτή την έννοια αφορά όλους τους εργαζόμενους, η εργασία των οποίων παρότι κοινωνικά αναγκαία, παραγνωρίζεται για να συμπιεστεί περαιτέρω η αμοιβή της.

*O Θανάσης Αλεξίου είναι καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Πηγή: imerodromos.gr

Ετικέτες: σκουπίδιαεργάτης καθαριότηταςκύροςεργασίαΘανάσης Αλεξίου
Keywords
Τυχαία Θέματα
iNews > Ειδήσεις > Alfa Vita
Οι «σκουπιδιάρηδες»,  η κοινωνική εργασία,το χαμηλό κύρος